εμβολιασμός

εμβολιασμός
Διαδικασία ενοφθαλμισμού λοιμώδους νόσου στον οργανισμό, μέσω εισαγωγής εμβολίων στο σώμα, με σκοπό να ανοσοποιηθεί ενεργητικά, δηλαδή μέσω της παραγωγής αντισωμάτων. Τα εμβόλια χρησιμοποιούνται τόσο για την πρόληψη (προφυλακτικά εμβόλια) όσο και για τη θεραπεία (θεραπευτικά εμβόλια) των λοιμωδών νοσημάτων, όπως στην περίπτωση αντισταφυλοκοκκικού ε. Ο ε. γίνεται με διάφορους τρόπους: με ενέσεις των μικροοργανισμών που προκαλούν τη νόσο, οι οποίοι άλλοτε είναι νεκροί (αντιφυτικός ε.) και άλλοτε ζωντανοί αλλά εξασθενημένοι (αντιλυσσικός ε.)· με ενέσεις ιών διαφορετικών από εκείνους που προκαλούν τη νόσο, αλλά ικανών να προκαλέσουν ανοσία προς αυτή (δαμαλισμός)· με ενέσεις εμβολίων που αποτελούνται από μικροβιακά προϊόντα (δηλαδή εμβόλια που περιέχουν μόνο το ανοσοποιητικώς ενεργό μέρος των μικροβίων, ενώ έχουν αφαιρεθεί όλα τα άλλα συστατικά των μικροβίων που είναι άχρηστα ανοσοποιητικώς και συχνά προκαλούν στον οργανισμό αντιδράσεις δυσανεξίας), όπως οι ενδοτοξίνες και εξωτοξίνες (αντιδιφθεριτικό και αντιτετανικό εμβόλιο). Γενικά, τα προφυλακτικά εμβόλια χορηγούνται με ενδοδερμική ή υποδόρια ένεση· υπάρχουν όμως και εμβόλια που εισάγονται στον οργανισμό με χαρακιές στο δέρμα, άλλα με ψεκασμό στις ρινικές χοάνες, άλλα από το στόμα και άλλα με απλή τοποθέτηση πάνω στο δέρμα. Οι σημαντικότεροι προφυλακτικοί ε. είναι οι ακόλουθοι: αντιδιφθεριτικός και αντιτετανικός ε., που γίνονται με διφθεριτική και τετανική τοξίνη αντίστοιχα, οι οποίες έχουν καταστεί αβλαβείς (ανατοξίνες) με κατάλληλη επεξεργασία· αντιτυφοπαρατυφικόςε., που γίνεται με νεκρά μικρόβια του κοιλιακού τύφου και των παρατύφων, τα οποία εισάγονται στον οργανισμό από το στόμα με μορφή δισκίων ή με ένεση· αντιφυματικόςε., που γίνεται με νεκρά βακτηρίδια του Κοχ ή με οξυάντοχα βακτηρίδια, τα οποία στερούνται νοσογόνας δύναμης· αντιλυσσικός ε., που γίνεται με ένεση εναιωρήματος νωτιαίου μυελού κουνελιών που έχουν πεθάνει από λύσσα, η οποία προκλήθηκε σε αυτά με ενοφθαλμισμό του σταθερού ιού (που σκοτώνει το κουνέλι σε επτά ημέρες)· αντιπολιομυελιτιδικός ε., που συνηθίζεται ευρύτατα εδώ και σχετικά λίγα χρόνια με άριστα αποτελέσματα και μπορεί να γίνει με το εμβόλιο του Σολκ (ενδομυϊκά) ή με το εμβόλιο του Σέιμπιν, το οποίο χορηγείται από το στόμα: το πρώτο περιέχει νεκρά, μη παραλυτογόνα στελέχη των ιών της πολιομυελίτιδας, ενώ το δεύτερο ζωντανά αλλά εξασθενημένα στελέχη, τα οποία γι’ αυτό δεν προκαλούν παραλύσεις, ενώ ανοσοποιούν ισχυρά το άτομο που έχει εμβολιαστεί· ο δαμαλισμός (ε. κατά της ευλογιάς, που ήταν και το πρώτο εμβόλιο που παρασκευάστηκε από τον Βρετανό Ε. Γένερ το 1796) γίνεται με τη δαμάλεια λύμφη, δηλαδή με ιό ευλογιάς ο οποίος πολλαπλασιάζεται στο δέρμα δαμάλεων, οπότε χάνει την ικανότητα να προκαλεί γενική νόσο και εισάγεται στον οργανισμό με χαρακιές στο δέρμα· ο αντικοκιτικός ε. με απονεκρωμένα βακτηρίδια του κοκίτη και, τέλος, ο ε. κατά της ιλαράς με ενδομυϊκές ενέσεις εξασθενημένης ζωτικότητας. Συνήθως, κατά τη βρεφική ηλικία, το αντιτετανικό, το αντιδιφθεριτικό και το αντικοκιτικό εμβόλιο χορηγούνται μαζί, σε μια ένεση (τριπλός ε. ή ε. DPT). Στις χώρες όπου γίνονται συστηματικά οι ε. έχουν εξαφανιστεί τα αντίστοιχα νοσήματα, όπως η διφθερίτιδα από τη βόρεια και την κεντρική Ευρώπη και η πολιομυελίτιδα από την Ελλάδα και όλες τις χώρες που έκαναν μαζικούς ε. με εμβόλια Σέιμπιν. Υπάρχουν εμβόλια εναντίον της ηπατίτιδας Α και Β, του αιμόφιλου της ινφλουέντζας, στελεχών του μηνιγγιτιδόκοκκου, της χολέρας, στελεχών του ιού της γρίπης κλπ. (Φυτ.) Πρακτική μέθοδος μεταμόσχευσης ενός ματιού ή ενός μικρού κλαδιού, του οποίου επιδιώκεται να διατηρηθούν τα χαρακτηριστικά, σε ένα άλλο, που ονομάζεται υποκείμενο. Βλ. λ. μπόλιασμα. Ο πρώτος πειραματικός εμβολιασμός (δαμαλισμός) που έκανε ο Έντoυαρντ Τζένερ το 1796, όπως απεικονίζεται σε γλυπτό του Τζ. Μοντεβέρντι (Παλάτσο Μπιάνκο, Γένοβα).
* * *
ο
1. η εισαγωγή εμβολίου στον οργανισμό για την πρόκληση ανοσίας ή την ενίσχυση τής άμυνας τού οργανισμού εναντίον νόσου
2. (για δέντρα) ενοφθαλμισμός, κέντρωμα
3. έντεχνη μετάδοση ιδεών και αντιλήψεων σε κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • εμβολιασμός — ο το μπόλιασμα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δαμαλισμός — Εμβολιασμός με τον ζωντανό ιό της ευλογιάς της αγελάδας, που παρέχει στον ανθρώπινο οργανισμό ανοσία κατά της ασθένειας. * * * ο ο εμβολιασμός με δαμαλίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελλ. ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. vaccination < γαλλ. vaccine <… …   Dictionary of Greek

  • ευλογία — Οξεία λοιμώδης και μεταδοτική νόσος με επιδημικό χαρακτήρα και με βαριά γενικά συμπτώματα και δερματικές εκδηλώσεις (φλύκταινες). Παρατηρείται φυλετική προδιάθεση προς τη μαύρη φυλή. Η ε. (γνωστή από τους αρχαιότατους χρόνους στους λαούς της… …   Dictionary of Greek

  • μπόλιασμα — (Βοτ.). Πρακτική φυτοτεχνική μέθοδος, με την οποία γίνεται η μεταμόσχευση ενός ματιού ή τμήματος μικρού κλαδιού από ένα φυτό, του οποίου επιδιώκεται να διατηρηθούν τα χαρακτηριστικά, σ’ ένα άλλο, ιδιαίτερα εύρωστο, που ονομάζεται υποκείμενο. Το μ …   Dictionary of Greek

  • ενοφθαλμισμός — Η εισαγωγή στον οργανισμό κάποιου μικροβιακού παράγοντα, ο οποίος είτε υπάρχει σε κάποιον άρρωστο άνθρωπο και ζώο είτε απομονώνεται εργαστηριακά σε καθαρή καλλιέργεια. Ο ε. είναι δυνατόν να γίνει και στο ίδιο άτομο, όταν η νόσος μεταδοθεί από ένα …   Dictionary of Greek

  • πολιομυελίτιδα — Νόσος λοιμώδης, η οποία οφείλεται σε ιό που προκαλεί φλεγμονή και καταστροφή της φαιάς ουσίας των μπροστινών κεράτων του νωτιαίου μυελού και έχει ως αποτέλεσμα την παράλυση και την ατροφία των εξαρτώμενων μυών. Από τους διάφορους ορολογικούς… …   Dictionary of Greek

  • HPV vaccine — Vaccine description Target disease human papillomavirus Type Protein subunit Clinical data …   Wikipedia

  • ανθοκομία — Η καλλιέργεια φυτών, τα οποία για την ιδιαίτερη ομορφιά κάποιου μέρους τους (άνθος, εντυπωσιακό φύλλωμα κλπ.) χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά. Η καλλιέργειά τους μπορεί να γίνεται σε μεγάλη κλίμακα και να πάρει μάλιστα καθαρά βιομηχανικό… …   Dictionary of Greek

  • βατσίνα — η 1. η δαμαλίς, το εμβόλιο κατά της ευλογιάς 2. ο δαμαλισμός, ο εμβολιασμός 3. η ουλή που απομένει στο δέρμα από τον δαμαλισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. vaccina < λατ. vaccinus «αγελαδινός» (< λατ. vacca «αγελάδα»)] …   Dictionary of Greek

  • δαπανιασμός — ο τα έμμηνα τών γυναικών. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαπάνη, με επίδραση των ουσ. σε ιασμός (πρβλ. αγιασμός, εμβολιασμός, ενθουσιασμός κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”